Μετάφραση του "armor" σε Ελληνικά
Οι πανοπλία, θωράκιση, οπλισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "armor" σε Ελληνικά.
(uncountable) A protective layer over a body, vehicle, or other object intended to deflect or diffuse damaging forces. [..]
-
πανοπλία
noun feminineprotective layer over a body, vehicle, or other object intended to deflect or diffuse damaging forces
You really need to get some kind of body armor or something.
Πραγματικά πρέπει να πάρεις κάποια πανοπλία ή κάτι τέτοιο.
-
θωράκιση
noun femininenatural form of this kind of protection on an animal's body [..]
The armor that kid was wearing isn't like anything I've ever seen.
Η θωράκιση που φορούσε ο μικρός δεν μοιάζει με τίποτα που έχω ξαναδεί.
-
οπλισμός
noun masculineprotective layer over a body, vehicle, or other object intended to deflect or diffuse damaging forces
We have little armor left.
Λίγος οπλισμός μάς έμεινε.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τεθωρακισμένο
- τεθωρακισμένα
- θωρακίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " armor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "armor"
Φράσεις παρόμοιες με "armor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πανοπλία
-
Οπλισμού αλουμινίου συνεχούς συγκόλλησης
-
τεθωρακισμένος
-
κατασκευαστής · κατασκευαστής πανοπλία · οπλοποιός · οπλουργός · πανοπλία
-
εν πλήρει εξαρτύσει · πάνοπλος
-
τεθωρακισμένη μεραρχία
-
τεθωρακισμένα
-
θωράκιση σώματος · πανοπλία