Μετάφραση του "arraignment" σε Ελληνικά
Οι κατηγορία, καταγγελία, κλήση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arraignment" σε Ελληνικά.
arraignment
noun
γραμματική
(law) The formal charging of a defendant with an offense [..]
-
κατηγορία
noun feminineWe don't have enough evidence to arraign her.
Δεν έχουμε αρκετές αποδείξεις για να της απαγγείλουμε κατηγορία.
-
καταγγελία
I've an important arraignment at work today, and you can't stay here by yourself.
Έχω μία καταγγελία στη δουλειά σήμερα, και δεν μπορείς να κάτσεις σπίτι μόνη σου.
-
κλήση
nounBut your husband will remain in custody until his arraignment.
Αλλά ο σύζυγός σας θα παραμείνει υπό κράτηση μέχρι κλήση του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " arraignment " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "arraignment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εγκαλώ · ενάγω · καταγγέλλω · κατηγορώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη