Μετάφραση του "arrested" σε Ελληνικά
Το ανεσταλμένος είναι η μετάφραση του "arrested" σε Ελληνικά.
arrested
adjective
verb
γραμματική
Having been stopped or prevented from developing [..]
-
ανεσταλμένος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " arrested " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "arrested" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προστατευτικό σπινθηρισμού
-
αναπτυξιακή καθυστέρηση
-
ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης
-
καρδιακή ανακοπή
-
αλεξικέραυνο
-
Κυκλοφορεί μια φήμη ότι συνελήφθη
-
διακοπή · κατάσχεση · κράτηση · σύλληψη
-
αρπάζω · γραπώνω · συλλαμβάνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη