Μετάφραση του "arrogant" σε Ελληνικά

Οι υπεροπτικός, υπερόπτης, αλαζονικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arrogant" σε Ελληνικά.

arrogant adjective γραμματική

Having excessive pride in oneself. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπεροπτικός

    adjective masculine

    having excessive pride

    A bit arrogant. But he's got the goods to back it up.

    Κάπως υπεροπτικός, αλλά διαθέτει τα αγαθά για να το αντισταθμίσει.

  • υπερόπτης

    noun mf

    Don't be too arrogant and not answer my calls when I call you.

    Να μην είσαι πολύ υπερόπτης και δεν απαντάς στα τηλεφωνήματα μου.

  • αλαζονικός

    Adjective

    You are so arrogant I can see you wouldn't understand that.

    Είσαι τόσο αλαζονικός μπορώ να το δω δεν το καταλαβαίνεις αυτό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αυθάδης
    • αγέρωχος
    • αλαζών
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arrogant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Arrogant
+ Προσθήκη

"Arrogant" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Arrogant στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "arrogant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έπαρση · αλαζονία · αλαζονεία · αρχοντιλίκι · οίηση · υπεροψία
  • δήμευση
  • To appropriate or lay claim to something for oneself without right ... σφετεριζομαι, καταχρωμαι, οικειοποιουμαι · διεκδικώ · καταχρώμαι · οικειοποιούμαι · σφετερίζομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arrogant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη