Μετάφραση του "arrowhead" σε Ελληνικά

Οι βέλος, αιχμή βέλους είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arrowhead" σε Ελληνικά.

arrowhead noun γραμματική

The pointed part of an arrow (the weapon). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βέλος

    noun neuter

    I was out with my metal detector, looking for arrowheads.

    Ήμουν έξω με τον ανιχνευτή μετάλλων μου, ψάχνοντας για βέλη.

  • αιχμή βέλους

    feminine

    The tip of an arrow, shaped to a point.

    The triangular shape suggests some kind of sharp force trauma, possibly from a hunting knife or an arrowhead.

    Το τριγωνικό σχήμα υποδηλώνει κάποιο είδος βίαιου τραύματος, μάλλον, από κυνηγετικό μαχαίρι ή αιχμή βέλους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arrowhead " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "arrowhead"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arrowhead" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη