Μετάφραση του "arson" σε Ελληνικά
Το εμπρησμός είναι η μετάφραση του "arson" σε Ελληνικά.
arson
noun
γραμματική
A crime of setting a fire with intent to cause damage. [..]
-
εμπρησμός
noun masculinecrime of setting a fire [..]
It's not like whoever did it was making an attempt to hide it was arson.
Δεν είναι ότι οποιοσδήποτε το έκανε αυτό έκανε μια προσπάθεια να κρύψει ότι ήταν εμπρησμός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " arson " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "arson"
Φράσεις παρόμοιες με "arson" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εμπρησμός · εμπρηστική επίθεση
-
απόπειρα εμπρησμού
-
εμπρησμός των εκκλησιών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη