Μετάφραση του "artificial" σε Ελληνικά

Οι τεχνητός, επίπλαστος, αφύσικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "artificial" σε Ελληνικά.

artificial adjective γραμματική

Man-made; of artifice. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τεχνητός

    adjective masculine

    unnatural [..]

    Melanie has an idea of how to create an artificial language.

    Η Μέλανη έχει μια ιδέα, για το πώς να δημιουργήσει μια τεχνητή γλώσσα.

  • επίπλαστος

    adjective masculine

    false, misleading

    It seems artificial to dissect them.

    Ο χωρισμός τους θα ήταν επίπλαστος.

  • αφύσικος

    adjective masculine

    unnatural

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσποιητός
    • συνθετικός
    • ψεύτικος
    • υποκριτικός
    • ανειλικρινής
    • παρά φύση
    • τεχνητή γονιμοποίηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " artificial " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Artificial
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τεχνητός

    Melanie has an idea of how to create an artificial language.

    Η Μέλανη έχει μια ιδέα, για το πώς να δημιουργήσει μια τεχνητή γλώσσα.

Εικόνες με "artificial"

Φράσεις παρόμοιες με "artificial" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "artificial" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη