Μετάφραση του "artisan" σε Ελληνικά

Οι τεχνίτης, βιοτέχνης, χειροτέχνης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "artisan" σε Ελληνικά.

artisan adjective noun γραμματική

A skilled manual worker who uses tools and machinery in a particular craft. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τεχνίτης

    noun masculine

    skilled manual worker [..]

    Unfortunately, the artisan who created the mosaics was prolific.

    Δυστυχώς ο τεχνίτης που το έφτιαξε ήταν πολυάσχολος.

  • βιοτέχνης

    noun masculine

    By the beginning of the 1960s, artisan cheese-makers had definitively taken over from the farmers’ wives.

    Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο βιοτέχνης τυροκόμος είχε οριστικά αντικαταστήσει τις αγρότισσες στην παρασκευή του τυριού.

  • χειροτέχνης

    noun

    Who'll be the artisan of fortune in this global tragedy.

    Ποιος θα είναι ο χειροτέχνης της τύχης μέσα στην παγκόσμια τραγωδία;

  • μάστορας

    noun masculine

    skilled manual worker

    There's no room for an honest artisan like me any more.

    Δεν υπάρχει χώρος για έναν μάστορα σαν και μένα πλέον.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " artisan " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "artisan" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • παραδοσιακός · χειροποίητος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "artisan" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη