Μετάφραση του "aryl" σε Ελληνικά

Το Αρύλια είναι η μετάφραση του "aryl" σε Ελληνικά.

aryl noun γραμματική

(organic chemistry) Any univalent organic radical derived from an aromatic hydrocarbon by removing a hydrogen atom. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αρύλια

    Στα οργανικά μόρια, το αρύλιο αναφέρεται σε οποιαδήποτε χαρακτηριστική ομάδα ή υποκαταστάτη που παράγεται από αρωματικό δακτύλιο, όπως φαινυλομάδα, ναφθύλιο, θειενύλιο, ινδολύλιο, κλπ.

    31° Spontaneously combustible metal alkyls and metal aryls

    31° Αυτόματα εύφλεκτα αλκύλια μετάλλων και αρύλια μετάλλων

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aryl " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aryl" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη