Μετάφραση του "asceticism" σε Ελληνικά

Το ασκητισμός είναι η μετάφραση του "asceticism" σε Ελληνικά.

asceticism noun γραμματική

The principles and practices of an ascetic; extreme self-denial and austerity. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασκητισμός

    masculine

    lifestyle of frugality and abstinence of various forms, often for spiritual goals

    They practiced an asceticism requiring abstinence from wine, marriage, and possessions.

    Ο ασκητισμός τους απαιτούσε αποχή από το κρασί, το γάμο και την απόκτηση υπαρχόντων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asceticism " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asceticism" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη