Μετάφραση του "ascribe" σε Ελληνικά
Οι αποδίδω, απονέμω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ascribe" σε Ελληνικά.
ascribe
verb
γραμματική
(transitive) To attribute a cause or characteristic to someone or something. [..]
-
αποδίδω
verbαποδίδω ένα γεγονός σε μια αιτία [..]
Members have ascribed to this state of affairs dark and sinister motives.
Τους αποδίδονται στις δημόσιες υποθέσεις σκοτεινά και καταχθόνια κίνητρα.
-
απονέμω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ascribe " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ascribe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποδίδομαι
-
ανάγω κτ σε · αποδίδω κτ σε
-
προβάλλω ιδιότητα σε κπ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη