Μετάφραση του "askance" σε Ελληνικά
Οι καχύποπτα, καχύποπτα, λοξά, με δυσπιστία, λοξά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "askance" σε Ελληνικά.
askance
adjective
adverb
γραμματική
(of a look or glance) With disapproval, skepticism, or suspicion. [..]
-
καχύποπτα
-
καχύποπτα, λοξά, με δυσπιστία
-
λοξά
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- με δυσπιστία
- με υποψία
- πλαγίως
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " askance " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη