Μετάφραση του "assailable" σε Ελληνικά
assailable
adjective
γραμματική
Not defended or not able to be defended. [..]
Αυτόματες μεταφράσεις του " assailable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"assailable" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το assailable στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "assailable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χειμάζομαι από
-
επιτίθεμαι
-
ασκώ δριμεία κριτική σε · επιτίθεμαι · καταγγέλλω · κατακεραυνώνω · κατακρίνω · καταφέρομαι εναντίον [+Γεν.] · κατηγορώ · καυτηριάζω · προσβάλλω
-
δράστης · επιδρομέας · επιτιθέμενος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη