Μετάφραση του "assembling" σε Ελληνικά
Οι συλλογή, συναρμολογώντας, σύνολο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assembling" σε Ελληνικά.
assembling
noun
verb
γραμματική
Present participle of assemble. [..]
-
συλλογή
noun feminine‘aeronautical information’ means information resulting from the assembly, analysis and formatting of aeronautical data;
«αεροναυτικές πληροφορίες», πληροφορίες που προκύπτουν από τη συλλογή, την ανάλυση και τη μορφοτύπηση αεροναυτικών δεδομένων·
-
συναρμολογώντας
Every night, fingers at springs and cogs, assembling and correcting.
Κάθε βράδυ πασπάτευε τα ελατήρια και τα γρανάζια, συναρμολογώντας και διορθώνοντας διάφορα.
-
σύνολο
noun neuterMount the complete neck assembly without the head.
Προσαρμόστε το σύνολο του λαιμού χωρίς την κεφαλή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " assembling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "assembling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Συναρμολογημένος, καλωδιωμένος και δοκιμασμένος
-
αρχείο συγκρότησης
-
Συγκρότημα πλακέτας τυπωμένου κυκλώματος
-
Συναρμολογημένος, καλωδιωμένος και δοκιμασμένος
-
αλυσίδα συναρμολόγησης · γραμμή παραγωγής · γραμμή συναρμολόγησης
-
καθολικό cache συγκροτήσεων
-
παραγωγή εν σειρά
-
Πλακέτα τυπωμένου κυκλώματος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη