Μετάφραση του "asset" σε Ελληνικά

Οι ενεργητικό, απόκτημα, περιουσιακό στοιχείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asset" σε Ελληνικά.

asset noun γραμματική

Something or someone of any value; any portion of one's property or effects so considered. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενεργητικό

    noun

    something or someone of any value

    Member States may require or permit the reinsurance amounts to be shown as assets.

    Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν ή να επιτρέπουν την εγγραφή των ποσών αντασφάλισης στο ενεργητικό.

  • απόκτημα

    noun

    When the asset collects the drop, it's important for them to signal back.

    Όταν το απόκτημα πάρει το μήνυμα, είναι σημαντικό για αυτούς να απαντήσουν στο σινιάλο.

  • περιουσιακό στοιχείο

    noun neuter

    something or someone of any value

    An intangible asset may be acquired in exchange or part exchange for a dissimilar intangible asset or other asset.

    Ένα άϋλο περιουσιακό στοιχείο μπορεί να αποκτηθεί με ανταλλαγή ή μερική ανταλλαγή με ένα ανόμοιο άϋλο περιουσιακό στοιχείο ή άλλο περιουσιακό στοιχείο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσόν
    • κεφάλαιο
    • ιδιοκτησία
    • αξία
    • πολύτιμος
    • προνόμιο
    • πόρος
    • πάγιο
    • θησαυρός
    • τιμή
    • Περιουσιακό στοιχείο
    • βαρύ χαρτί
    • πηγή, όργανο πληροφοριών
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asset " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Asset
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Περιουσιακό στοιχείο, πάγιο

ASSET proper

Initialism of [i]Association of Supervisory Staffs, Executives and Technicians[/i].

+ Προσθήκη

"ASSET" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το ASSET στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "asset" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asset" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη