Μετάφραση του "associate" σε Ελληνικά

Οι συνδέω, σύντροφος, εταίρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "associate" σε Ελληνικά.

associate adjective verb noun γραμματική

One that habitually accompanies or is associated with another; an attendant circumstance. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνδέω

    verb

    These costs are, however, associated with the start of a business activity and not with its restructuring.

    Ωστόσο, τα έξοδα αυτά συνδέονται με την έναρξη της δραστηριότητας της επιχείρησης και όχι με την αναδιάρθρωσή της.

  • σύντροφος

    noun masculine

    Business associates, lovers, jealous siblings, anyone who may have had a reason to kill him.

    Συνάδελφοι, εραστές, ζηλιάρες συντρόφους, οποιονδήποτε ίσως είχε λόγο για να τον σκοτώσει.

  • εταίρος

    noun masculine

    I' m a partner.You' re an associate

    Είμαι εταίρος κι εσύ συνεργάτιδα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συσχετίζω
    • συνδέομαι
    • συνέταιρος
    • συγχρωτίζομαι
    • συνεργάτης
    • συσχέτιση
    • συνεταίρος
    • υφιστάμενος
    • πρόσεδρος
    • συνταυτίζω
    • συναναστρέφομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " associate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Associate noun γραμματική

(slang) An associate's degree. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συνδέω, συσχετίζω

Φράσεις παρόμοιες με "associate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "associate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη