Μετάφραση του "assorted" σε Ελληνικά

Οι ανάμεικτος, ανάμικτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assorted" σε Ελληνικά.

assorted adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of assort. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάμεικτος

    Adjective

    Of or containing various different kinds.

  • ανάμικτος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " assorted " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "assorted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ταξινομώ
  • κατηγοριοποίηση · ποικιλία · ποτ-πουρί · ποτπουρί · συλλογή · ταξινόμηση
  • εναρμονίζομαι · ξεχωρίζω · συναναστρέφομαι · τακτοποιώ · ταξινομώ
  • κατηγοριοποίηση · ποικιλία · ποτ-πουρί · ποτπουρί · συλλογή · ταξινόμηση
  • εναρμονίζομαι · ξεχωρίζω · συναναστρέφομαι · τακτοποιώ · ταξινομώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "assorted" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη