Μετάφραση του "asteroid" σε Ελληνικά

Το αστεροειδής είναι η μετάφραση του "asteroid" σε Ελληνικά.

asteroid noun adjective γραμματική

(astronomy) A naturally occurring solid object, smaller than a planet, orbiting a star. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αστεροειδής

    noun masculine

    astronomy [..]

    This marriage is an asteroid that hit the Earth.

    O γάμος είναι ένας αστεροειδής που χτύπησε τη Γη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asteroid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "asteroid"

Φράσεις παρόμοιες με "asteroid" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Κύρια Ζώνη Αστεροειδών · ζώνη αστεροειδών
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asteroid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη