Μετάφραση του "astigmatic" σε Ελληνικά
Το αστιγματικός είναι η μετάφραση του "astigmatic" σε Ελληνικά.
astigmatic
adjective
γραμματική
suffering from astigmatism [..]
-
αστιγματικός
adjective masculinesuffering from astigmatism
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " astigmatic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "astigmatic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αστιγματισμός · αστιγματισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη