Μετάφραση του "astringent" σε Ελληνικά

Οι στυπτικός, δριμύς, στυφός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "astringent" σε Ελληνικά.

astringent adjective noun γραμματική

A substance which draws tissue together, thus restricting the flow of blood. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στυπτικός

    The currently specified diphosphates have an astringent aftertaste (‘pyro-taste’) and may contribute to the total sodium content of food.

    Τα διφωσφορικά άλατα που καθορίζονται με την παρούσα έχουν στυπτική επίγευση («πυρο-γεύση») και μπορούν να συμβάλλουν στη συνολική περιεκτικότητα των τροφίμων σε νάτριο.

  • δριμύς

    adjective masculine

    Slightly sweet taste, not at all sour or astringent, with a trace of bitterness from the roasting.

    Η γεύση είναι ελαφρώς γλυκιά, ούτε ξινή ούτε δριμεία, με μια νότα πικρότητας οφειλόμενη στη φρύξη.

  • στυφός

    adjective masculine
  • τραχύς

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " astringent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "astringent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δριμύτητα · τραχύτητα
  • συμπιέζω · σφίγγω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "astringent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη