Μετάφραση του "asynchronous" σε Ελληνικά
Οι ασύγχρονος, Ασύγχρονος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asynchronous" σε Ελληνικά.
asynchronous
adjective
γραμματική
Not synchronous; occurring at different times. [..]
-
ασύγχρονος
Pertaining to, being, or characteristic of something that is not dependent on timing. Each application or command runs in the specified order, but the specified item does not wait for any previously started processes to finish before an application or command runs.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " asynchronous " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Asynchronous
-
Ασύγχρονος
Φράσεις παρόμοιες με "asynchronous" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ασύγχρονος δέκτης-πομπός, γενικής χρήσης
-
Προσαρμογέας διεπαφής ασύγχρονης επικοινωνίας
-
ασύγχρονο συμβάν
-
ασύγχρονο μοτίβο βασισμένο σε συμβάντα
-
Ασύγχρονη διαίρεση χρόνου
-
Διαφανής ασύγχρονη διεπαφή εκπομπής-λήψης
-
επίπεδο ασύγχρονης επικοινωνίας
-
λειτουργία ασύγχρονης μεταφοράς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη