Μετάφραση του "atemporal" σε Ελληνικά
Οι άχρονος, αχρονικός, ο μη δεσμευμένος από χρονικά όρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "atemporal" σε Ελληνικά.
atemporal
adjective
γραμματική
Unaffected by time; timeless; permanent or unchanging. [..]
-
άχρονος
-
αχρονικός
-
ο μη δεσμευμένος από χρονικά όρια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " atemporal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη