Μετάφραση του "atheistical" σε Ελληνικά
Οι άθεος, άπιστος, αθεϊστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "atheistical" σε Ελληνικά.
atheistical
adjective
γραμματική
Of or relating to atheism. [..]
-
άθεος
adjective masculineTom is an atheist.
Ο Τομ είναι άθεος.
-
άπιστος
adjective masculineAnd other times I have been a staunch atheist.
Άλλες φορές είμαι αφοσιωμένος άπιστος.
-
αθεϊστικός
AdjectiveEvery form of so called totalitarianism - works like that even if it is presented - or if it presents itself as atheist.
Κάθε μορφή αποκαλούμενου ολοκληρωτισμού λειτουργεί έτσι ακόμα κι αν παρουσιάζεται ή αυτοπαρουσιάζεται ως αθεϊστικός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " atheistical " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "atheistical" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
είμαι άθεη · είμαι άθεος
-
άθεος · άθρησκος · άπιστος · αθεϊστής · αθεϊστικός · ασεβής
-
άθεος · άπιστος · αθεϊστικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη