Μετάφραση του "attack" σε Ελληνικά

Οι επίθεση, επιτίθεμαι, προσβολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "attack" σε Ελληνικά.

attack verb noun γραμματική

(cricket) Collectively, the bowlers of a cricket side. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίθεση

    noun feminine

    offense of a battle [..]

    If there's a cessation of mortar attacks, and if the Russians leave.

    Εάν υπάρξει κατάπαυση επιθέσεων ολμοβόλων και εάν οι Ρώσοι φύγουν.

  • επιτίθεμαι

    verb

    to aggressively challenge with words [..]

    She attacked him with a pair of scissors.

    Του επιτέθηκε με ένα ψαλίδι.

  • προσβολή

    noun feminine

    medicine: sudden onset of a disease

    Lumpy had a minor heart attack a year and a half ago.

    Lumpy είχε μια μικρή καρδιακή προσβολή πριν ενάμισι χρόνο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κρίση
    • προσβάλλω
    • έφοδος
    • καταπιάνομαι
    • στρέφομαι εναντίον, κατά [+Γεν.]
    • ανάκρουση
    • αντιμετώπιση
    • επιτίθομαι
    • εισβολή
    • προσέγγιση
    • καταφέρομαι εναντίον (+Γεν.)
    • ορμάω (σε κπ)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " attack " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Attack
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εισαγωγή, προσβολή, μπάσιμο

Εικόνες με "attack"

Φράσεις παρόμοιες με "attack" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "attack" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη