Μετάφραση του "attendance" σε Ελληνικά

Οι παρουσία, απουσίες, παρακολούθηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "attendance" σε Ελληνικά.

attendance noun γραμματική

The state of attending; presence. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρουσία

    noun feminine

    the state of attending

    However, experts shall participate only in the discussion of the matter concerning which they were invited to attend.

    Πάντως, οι εμπειρογνώμονες συμμετέχουν στις διαβουλεύσεις μόνο για το θέμα που δικαιολόγησε την παρουσία τους .

  • απουσίες

    noun f-p

    count of individuals

    Yeah, but her attendance had only become erratic in the last week.

    Ναι, αλλά έκανε απουσίες μόνο την τελευταία εβδομάδα.

  • παρακολούθηση

    noun

    Why should regular meeting attendance be a permanent feature of our lives now?

    Γιατί πρέπει η τακτική παρακολούθηση των συναθροίσεων να αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό της ζωής μας τώρα;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακροατήριο
    • παρουσίες
    • παράσταση
    • ακολουθία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " attendance " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "attendance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "attendance" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη