Μετάφραση του "attribution" σε Ελληνικά

Οι απόδοση, κατανομή, καταλογισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "attribution" σε Ελληνικά.

attribution noun γραμματική

The act of attributing something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόδοση

    noun feminine

    Under certain circumstances, the tax law applies attribution rules to assign to one taxpayer the ownership interest of another taxpayer.(Source: WESTS)

    When there is conclusive evidence beyond reasonable doubt for attributing the adverse reaction to alternative causes.

    Όταν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία, πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία, για την απόδοση της ανεπιθύμητης αντίδρασης σε άλλα αίτια.

  • κατανομή

    noun

    Under certain circumstances, the tax law applies attribution rules to assign to one taxpayer the ownership interest of another taxpayer.(Source: WESTS)

    The submitted study concerning the attribution of costs does not identify sufficiently that portion.

    Η υποβληθείσα μελέτη όσον αφορά την κατανομή των εξόδων δεν επαρκεί για να προσδιοριστεί το εν λόγω μέρος.

  • καταλογισμός

    These attributions were not called into question by the relevant undertakings during the proceedings.

    Αυτός ο καταλογισμός δεν αμφισβητήθηκε από τις εμπλεκόμενες εταιρείες κατά τη διαδικασία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απόδοση αξίας
    • προσδιορισμός
    • αναγωγή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " attribution " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "attribution" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • χαρακτηριστικό TestClass
  • αποδίδομαι
  • Μεταβλητή (έρευνα)
  • πεδίο χαρακτηριστικού
  • χαρακτηριστικό TestMethod
  • κλάση χαρακτηριστικών
  • πιστοποιητικό χαρακτηριστικών γνωρισμάτων
  • αποδίδουν, προσόν · αποδίδω · απονέμω · γνώρισμα · ιδιότητα · κατηγορούμενο · πιστώνω (κτ σε κπ) · προσδιορισμός · χαρακτηριστικό
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "attribution" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη