Μετάφραση του "audibility" σε Ελληνικά
Οι ακουστικότητα, ακουστότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "audibility" σε Ελληνικά.
audibility
noun
The quality of being heard or understood; the degree to which a thing is audible. [..]
-
ακουστικότητα
nounMeasures ensuring the audibility of hybrid and electric vehicles
Μέτρα που εξασφαλίζουν την ακουστικότητα των υβριδικών και ηλεκτρικών οχημάτων
-
ακουστότητα
Process for ensuring audibility of trains complies with the requirements of this TSI
Διαδικασία επιβεβαίωσης ότι η ακουστότητα των αμαξοστοιχιών πληροί τις απαιτήσεις της παρούσας ΤΠΔ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " audibility " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "audibility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ελάχιστη ακουστή συχνότητα
-
ακουστός συναγερμός
-
κατώφλι ακουστότητας
-
ακουστός ήχος
-
Ελάχιστη ακουστή συχνότητα
-
κατώφλιο ακουστότητας
-
Ακουστός
-
ακουστός θόρυβος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη