Μετάφραση του "audiometry" σε Ελληνικά
Οι ακοομετρία, ακοομέτρηση, ακουομετρία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "audiometry" σε Ελληνικά.
audiometry
noun
γραμματική
(medicine) The quantitative assessment of a person's hearing ability, especially by means of an audiometer. [..]
-
ακοομετρία
nounAudiometers — Part 2: Equipment for speech audiometry
Ακουόμετρα — Μέρος 2: Εξοπλισμός για ομιλιακή ακοομετρία
-
ακοομέτρηση
noun -
ακουομετρία
feminineassessment of a person's hearing ability
Audiometers — Part 4: Equipment for extended high-frequency audiometry
Ακουόμετρα — Μέρος 4: Εξοπλισμός για την ακουομετρία σε μια διευρυμένη περιοχή υψηλών συχνοτήτων
-
ωτολογία
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " audiometry " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη