Μετάφραση του "auricle" σε Ελληνικά

Οι πτερύγιο, Πτερύγιο ωτός, κόλπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "auricle" σε Ελληνικά.

auricle noun γραμματική

(anatomy) The outer ear or pinna. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πτερύγιο

    noun

    It's a tumor directly in the auricle attached to the valve.

    Είναι ένας όγκος άμεσα στο πτερύγιο που συνδέεται με την βαλβίδα.

  • Πτερύγιο ωτός

    outboard part of the ear

  • κόλπος

    noun masculine

    My two auricles receive blood from the veins and my two ventricles force blood through the arteries.

    Οι δύο κόλποι μου παίρνουν αίμα από τις φλέβες και οι δύο κοιλίες μου σπρώχνουν το αίμα στις αρτηρίες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πτερύγιο αυτιού
    • πτερύγιο ωτός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " auricle " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "auricle"

Φράσεις παρόμοιες με "auricle" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "auricle" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη