Μετάφραση του "authenticator" σε Ελληνικά
Το πιστοποιητικό ταυτότητας είναι η μετάφραση του "authenticator" σε Ελληνικά.
authenticator
noun
γραμματική
One who authenticates. [..]
-
πιστοποιητικό ταυτότητας
A data structure used by one party to prove that another party knows a secret key. In the Kerberos authentication protocol, authenticators include timestamps, to prevent replay attacks, and are encrypted with the session key issued by the Key Distribution Center (KDC).
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " authenticator " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "authenticator" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επιλογή ελέγχου ταυτότητας
-
κέντρο Επαλήθευσης
-
βιομετρική επαλήθευση
-
Έλεγχος ταυτότητας πολλαπλών συντελεστών
-
Εκτατό πρωτόκολλο επαλήθευσης · Επεκτάσιμο πρωτόκολλο ελέγχου ταυτότητας
-
αλγόριθμος επαλήθευσης
-
Πρωτόκολλο υποστήριξης για την επαλήθευση στην πρόσβαση δικτύου
-
έλεγχος ταυτότητας με δυνατότητα σύνδεσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη