Μετάφραση του "authoritarian" σε Ελληνικά
Οι απολυταρχικός, αυταρχικός, ολοκληρωτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "authoritarian" σε Ελληνικά.
Of, or relating to, absolute obedience to an authority. [..]
-
απολυταρχικός
adjective noun masculineone who commands absolute obedience to his or her authority [..]
That authoritarian capitalism may not evolve gently into the democratic and responsible capitalism we enjoy today in Europe and the West.
Αυτός ο απολυταρχικός καπιταλισμός μπορεί να μην εξελιχθεί ομαλά στον δημοκρατικό και υπεύθυνο καπιταλισμό που απολαμβάνουμε σήμερα στην Ευρώπη και στη Δύση.
-
αυταρχικός
adjective masculinetending to impose one's demands upon others as if one were an authority [..]
In this way, an authoritarian federalism is established.
Με τον τρόπο αυτόν, καθιερώνεται ένας αυταρχικός φεντεραλισμός.
-
ολοκληρωτικός
noun adjective masculinea totalitarian
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δικτάτορας
- δεσποτικός
- απολυταρχία
- δικτατορικός
- χουντικός
- τυραννικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " authoritarian " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "authoritarian" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απολυταρχισμός · αυταρχικότητα · αυταρχισμός · ολοκληρωτισμός
-
αυταρχικό καθεστώς