Μετάφραση του "autist" σε Ελληνικά
Το αυτιστικό είναι η μετάφραση του "autist" σε Ελληνικά.
autist
noun
γραμματική
An autistic person. [..]
-
αυτιστικό
noun adjective neuterperson with autism
And I'm struggling with just one autistic child.
Κι εγώ που παλεύω μόνο με ένα αυτιστικό παιδί.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " autist " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "autist" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αυτισμός
-
διαταραχή αυτιστικού φάσματος
-
αυτιστικό · αυτιστικός
-
αυτιστικό · αυτιστικός
-
αυτιστικό · αυτιστικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη