Μετάφραση του "autodidact" σε Ελληνικά

Οι αυτοδίδακτος, αυτομαθής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autodidact" σε Ελληνικά.

autodidact noun γραμματική

A self-taught person; an automath. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοδίδακτος

    masculine

    Jeremiah is also a self-described autodidact since the age of eight.

    Ο Τζερεμάια επίσης περιγράφεται ως αυτοδίδακτος από την ηλικία των οχτώ.

  • αυτομαθής

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " autodidact " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "autodidact" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη