Μετάφραση του "autograph" σε Ελληνικά
Οι αυτόγραφο, χειρόγραφο, ιδιόγραφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autograph" σε Ελληνικά.
autograph
adjective
verb
noun
γραμματική
A person’s own handwriting, especially the signature of a famous or admired person. [..]
-
αυτόγραφο
noun neutersignature
I had to sign an autograph going through security.
Χρειάστηκε να υπογράψω ένα αυτόγραφο περνώντας από την ασφάλεια.
-
χειρόγραφο
adjective noun neuterhand-written manuscript
-
ιδιόγραφος
adjective masculinehand-written manuscript
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ιδιόχειρος
- γράφω ιδιοχείρως
- υπογράφω ιδιοχείρως
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " autograph " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "autograph"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη