Μετάφραση του "automatism" σε Ελληνικά

Το αυτοματισμός είναι η μετάφραση του "automatism" σε Ελληνικά.

automatism noun γραμματική

Acting automatically or involuntarily. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοματισμός

    noun masculine

    However, I think that this automatic approach is hardly consistent with economic reality.

    Ωστόσο, νομίζω ότι ένας τέτοιος αυτοματισμός είναι ελάχιστα σύμφωνος προς την οικονομική πραγματικότητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " automatism " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "automatism" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "automatism" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη