Μετάφραση του "autonomic" σε Ελληνικά
Το αυτόνομος είναι η μετάφραση του "autonomic" σε Ελληνικά.
autonomic
adjective
γραμματική
Acting or occurring involuntarily, without conscious control. [..]
-
αυτόνομος
adjective masculineThe outputs of cooperation will respect the autonomous roles of both the Commission and the networks.
Στα αποτελέσματα της συνεργασίας θα συνεκτιμηθεί ο αυτόνομος ρόλος, τόσο της Επιτροπής, όσο και των δικτύων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " autonomic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "autonomic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανεξάρτητος · αυτόνομη · αυτόνομο · αυτόνομος
-
αυτονομιστικό κίνημα
-
Αριθμός αυτόνομου συστήματος
-
αυτόνομα εδάφη της Παλαιστίνης
-
Περιφέρεια ειδικού καθεστώτος
-
Αυτόνομο εντοπισμού τραίνου, βασισμένο σε δορυφόρο
-
αυτόνομο σύστημα
-
CARTs Αυτόνομες δοκιμές καρδιαγγειακών αντανακλαστικών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη