Μετάφραση του "autonomic" σε Ελληνικά

Το αυτόνομος είναι η μετάφραση του "autonomic" σε Ελληνικά.

autonomic adjective γραμματική

Acting or occurring involuntarily, without conscious control. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτόνομος

    adjective masculine

    The outputs of cooperation will respect the autonomous roles of both the Commission and the networks.

    Στα αποτελέσματα της συνεργασίας θα συνεκτιμηθεί ο αυτόνομος ρόλος, τόσο της Επιτροπής, όσο και των δικτύων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " autonomic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "autonomic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "autonomic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη