Μετάφραση του "autosexual" σε Ελληνικά

Οι αυτοφυλόφιλικός, αυτοφυλόφιλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autosexual" σε Ελληνικά.

autosexual adjective noun γραμματική

Being, or pertaining to, sex with oneself. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοφυλόφιλικός

  • αυτοφυλόφιλος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " autosexual " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "autosexual" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη