Μετάφραση του "avoidance" σε Ελληνικά

Οι αποφυγή, ακύρωση, απομάκρυνση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "avoidance" σε Ελληνικά.

avoidance noun γραμματική

The act of annulling; annulment. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποφυγή

    noun feminine

    The act of avoiding or shunning

    The use of these programmes should help to avoid any potential disturbances in particular on local agricultural markets.

    Η εφαρμογή αυτών των προγραμμάτων θα πρέπει να επιτρέψει την αποφυγή ενδεχόμενων διαταραχών ιδίως στις τοπικές γεωργικές αγορές.

  • ακύρωση

    noun feminine

    The act of annulling

    Avoidance is effected by notice to the other party.

    Η ακύρωση πραγματοποιείται με γνωστοποίηση στο έτερο μέρος.

  • απομάκρυνση

    noun feminine

    A dismissing or a quitting; removal; withdrawal.

    Infestation with harmful organisms should be avoided by means of suitable deterrents to banish or repel such organisms.

    Η μόλυνση με παθογόνους οργανισμούς θα πρέπει να αποφεύγεται με κατάλληλα μέτρα για την καταπολέμηση ή απομάκρυνση τέτοιων οργανισμών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " avoidance " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "avoidance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "avoidance" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη