Μετάφραση του "awakening" σε Ελληνικά

Οι ξύπνημα, αφύπνιση, απογοήτευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "awakening" σε Ελληνικά.

awakening noun adjective verb γραμματική

Rousing from sleep, in a natural or a figurative sense; rousing into activity; exciting; as, the awakening city; an awakening discourse; the awakening dawn. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξύπνημα

    noun neuter

    the act of awaking

    Your awakening has been duly noted by our tall friend.

    Το ξύπνημα σου έχει δεόντως επισημανθεί από τον φίλος μας.

  • αφύπνιση

    noun feminine

    This song is about sexual awakening, as is the entire musical.

    Αυτό το τραγούδι αφορά την σεξουαλική αφύπνιση όπως ολόκληρο το μιούζικαλ.

  • απογοήτευση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " awakening " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "awakening" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αντιλαμβάνομαι · αφυπνίζω · ξυπνώ · συνέρχομαι
  • ξυπνώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "awakening" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη