Μετάφραση του "axe" σε Ελληνικά

Οι τσεκούρι, τσεκουρώνω, πέλεκυς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "axe" σε Ελληνικά.

axe verb noun γραμματική

An ancient weapon consisting of a head that has one or two blades and a long handle. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσεκούρι

    noun neuter

    tool [..]

    Once, with ax in hand, he yelled that he would put an end to me.

    Κάποτε, μ’ ένα τσεκούρι στο χέρι, φώναζε ότι θα με σκότωνε.

  • τσεκουρώνω

    verb

    terminate or reduce tremendously in a rough or ruthless manner [..]

    The only thing getting axe-murdered are my anxieties, tensions and fears.

    Το μόνο πράγμα που τσεκουρώνω είναι τα άγχη και τις φοβίες μου.

  • πέλεκυς

    noun masculine

    an ancient weapon

    But warriors don't show their heart, until the axe reveals it!

    Αλλά οι πολεμιστές δεν δείχνουν την καρδιά τους, μέχρι ο πέλεκυς να την αποκαλύψει!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • περικόπτω
    • κόβω
    • πελεκώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " axe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Axe proper

Either of two rivers in the West Country, England.

+ Προσθήκη

"Axe" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Axe στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "axe"

Φράσεις παρόμοιες με "axe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έχω απώτερο σκοπό · έχω κτ άχτι · έχω προσωπικό συμφέρον
  • ax
    πέλεκυς · περικοπή · περικόπτω · περιορίζω · τσεκούρι
  • έχω άχτι
  • Άξονες
  • απολύομαι · τσεκουρώνομαι
  • δίνω χυλόπιτα σε κπ
  • απολύω
  • αξίνα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "axe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη