Μετάφραση του "b." σε Ελληνικά
Οι γεν., γενν. είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "b." σε Ελληνικά.
b.
adjective
noun
born [..]
-
γεν.
noun adverbborn
-
γενν.
verb nounborn
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " b. " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
B.
noun
Abbreviation of [i]bachelor[/i]: used in abbreviations of names of bachelor's degrees, usually followed by an abbreviation indicating the specific discipline. [..]
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"B." στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το B. στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "b." με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δέντρο Β
-
Ευρυζωνικό ISDN
-
Β
-
Χαλ Ουόλις
-
Υπο-μινιατούρα παραλλαγής B
-
εναλλακτικό, εφεδρικό σχέδιο (δράσης)
-
Λύντον Τζόνσον
-
δισ.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη