Μετάφραση του "babbling" σε Ελληνικά

Οι κελαρυστός, άναρθρες κραυγές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "babbling" σε Ελληνικά.

babbling noun verb γραμματική

(uncountable) a stage in child language acquisition, during which an infant appears to be experimenting with uttering sounds of language, but not yet producing any recognizable words [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κελαρυστός

    adjective
  • άναρθρες κραυγές

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " babbling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "babbling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κελάρυσμα · κελαηδώ · κελαρύζω · μουρμούρισμα · πολυλογώ · φληναφώ · φλυαρία · φλυαρώ
  • Βοή , θρόος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "babbling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη