Μετάφραση του "babysitter" σε Ελληνικά
Οι μπεϊμπισίτερ, μπέμπι−σίτερ, μπέιμπι σίτερ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "babysitter" σε Ελληνικά.
babysitter
noun
γραμματική
A person who cares for one or more babies or children for a short period of time in place of their legal guardians. [..]
-
μπεϊμπισίτερ
noun femininebaby or child caretaker [..]
I'll keep the good doctor and the babysitter company.
Εγώ θα κάνω παρέα στον καλό γιατρό και στην μπεϊμπισίτερ.
-
μπέμπι−σίτερ
nounbaby or child caretaker [..]
I convinced the babysitter to take the night off.
Έπεισα την μπέμπι σίτερ να πάρει ρεπό απόψε.
-
μπέιμπι σίτερ
m;f masculine;femininebaby or child caretaker [..]
Sam, our babysitter just called and said she can't make it.
H μπέιμπι-σίτερ μας τηλεφώvησε ότι δεv μπoρεί vα'ρθει.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- νταντά
- φύλακας νηπίων
- βρεφοκόμος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " babysitter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη