Μετάφραση του "bachelor" σε Ελληνικά

Οι εργένης, ανύπαντρος, πτυχίο λυτείας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bachelor" σε Ελληνικά.

bachelor noun verb γραμματική

The first or lowest academical degree conferred by universities and colleges; a bachelor's degree. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργένης

    noun masculine

    unmarried man

    Tom was still a bachelor at that time.

    Ο Τομ ήταν ακόμα εργένης εκείνη την εποχή.

  • ανύπαντρος

    adjective masculine

    Are you a married man or a bachelor?

    Είσαι παντρεμένος η ανύπαντρος?

  • πτυχίο λυτείας

    noun neuter

    bachelor's degree

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πτυχίο
    • άγαμος
    • πτυχιούχος
    • ταξιάρχης
    • γεροντοπαλίκαρο
    • απόφοιτος
    • τελειόφοιτος
    • μπεκιάρης
    • ζω ως εργένης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bachelor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bachelor
+ Προσθήκη

"Bachelor" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Bachelor στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "bachelor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bachelor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη