Μετάφραση του "backlog" σε Ελληνικά
Οι απόθεμα, ανεκτέλεστες παραγγελίες, εκκρεμότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "backlog" σε Ελληνικά.
backlog
verb
noun
γραμματική
An accumulation or buildup, especially of unfilled orders or unfinished work [..]
-
απόθεμα
noun neuterSince they shut off the army base, I've got a right backlog.
Από τότε πoυ απέκλεισαv τη βάση, μαζεύω απόθεμα.
-
ανεκτέλεστες παραγγελίες
-
εκκρεμότητα
feminineKosovo needs to take measures to decrease the total backlog of cases.
Πρέπει να ληφθούν μέτρα για τη μείωση του συνολικού αριθμού των υποθέσεων που βρίσκονται σε εκκρεμότητα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- λίστα εκκρεμοτήτων
- συσσωρευμένη εργασία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " backlog " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "backlog" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκκρεμείς υποθέσεις
-
λίστα του τρέχοντος διαστήματος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη