Μετάφραση του "bacon" σε Ελληνικά
Οι μπέικον, λαρδί, πανσέτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bacon" σε Ελληνικά.
bacon
noun
γραμματική
Cured meat from the sides, belly, or back of a pig, particularly, or sometimes other animals. [..]
-
μπέικον
noun neutercut of meat [..]
Do you like Canadian bacon?
Σας αρέσει το καναδέζικο μπέικον;
-
λαρδί
noun neuterIt is unacceptable, in particular, for rancid lard or bacon to be used.
Πρέπει να αποφεύγεται ιδιαιτέρως το ταγγισμένο λαρδί ή μπέικον.
-
πανσέτα
feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καπνιστό χοιρινό
- Μπέικον
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bacon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Bacon
proper
noun
A surname. [..]
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Bacon" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Bacon στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "bacon"
Φράσεις παρόμοιες με "bacon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κρούστα μπέικον
-
είμαι ο κουβαλητής (τού σπιτιού) · επιτυγχάνω · κερδίζω τα προς το ζην · τελεσφορώ
-
κρούστα μπέικον
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη