Μετάφραση του "bad-tempered" σε Ελληνικά

Οι κακότροπος, δύσθυμος, κατσούφης, γκρινιάρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bad-tempered" σε Ελληνικά.

bad-tempered adjective γραμματική

Of or pertaining to bad temper; showing anger. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κακότροπος

    adjective

    showing anger

    But first they must cross a crowded beach, threading their way between gigantic and bad tempered elephant seals.

    Αλλά πρώτα πρέπει να διασχίσουν με ελιγμούς μία παραλία όπου συνωστίζονται γιγάντιοι και κακότροποι θαλάσσιοι ελέφαντες.

  • δύσθυμος

  • κατσούφης, γκρινιάρης

  • οξύθυμος

    adjective masculine

    My classmates told me it was not right, as I had a bad temper.

    Οι συμμαθητές μου, μου είπαν πως δεν ήταν σωστό, αφού ήμουν οξύθυμος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bad-tempered " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bad-tempered" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη