Μετάφραση του "bail" σε Ελληνικά
Οι εγγύηση, εγγυητής, ενέχυρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bail" σε Ελληνικά.
bail
verb
noun
γραμματική
(law) Security, usually a sum of money, exchanged for the release of an arrested person as a guarantee of that person's appearance for trial. [..]
-
εγγύηση
noun femininesecurity [..]
Thought you'd need someone to bail you out of your kamikaze mission.
Σκεπτόμενοι θα χρειαζόσαστε κάποιο εγγύηση εσείς από την αποστολή καμικαζιών σας.
-
εγγυητής
masculineperson providing such payment.
-
ενέχυρο
noun neuterDad used our home as security for bail.
Ο πατέρας μας χρησιμοποίησε το σπίτι μας ως ενέχυρο για προσωρινή αποφυλάκιση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εγγυώμαι
- εμπιστεύομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bail " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "bail"
Φράσεις παρόμοιες με "bail" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποτελματώνω · μνημόνιο · ξελασπώνω
-
προφυλακίζομαι χωρίς εγγύηση
-
εγγυητής
-
σταθεροποιητικό λειτουργίας
-
το σκάω
-
παραβιάζω τους όρους τής εγγύησης · φυγοδικώ
-
Ελατηριωτό κούμπωμα
-
αποτελματώνω · μνημόνιο · ξελασπώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη