Μετάφραση του "baking" σε Ελληνικά
Οι ζαχαροπλαστική, ψήσιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "baking" σε Ελληνικά.
baking
adjective
noun
verb
γραμματική
Present participle of bake. [..]
-
ζαχαροπλαστική
properThe risks were great, but young ned rationalized his rogue impulse-baking as sheep-counting.
Το ρίσκο ήταν μεγάλο, αλλά ο νεαρός Νεντ εκλογίκευσε την παράνομη ζαχαροπλαστική του με το μέτρημα προβάτων.
-
ψήσιμο
noun neuteraction in which something is baked [..]
I look at a pie baking, i know if it's done or if it's not done.
Βλέποντας το ψήσιμο της πίτας, ξέρω αν είναι έτοιμη ή όχι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " baking " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "baking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οφτός · στο φούρνο · φουρνιστός · ψημένος · ψητό · ψητός
-
φουρνίζω · φώγειν · ψένω · ψήνομαι · ψήνω · ψήσει
-
ψημένη Αλάσκα
-
μεσοβέζικος · μισοψημένος
-
μαγειρική σόδα
-
ταψί
-
ψήνω
-
αρτοποίημα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη