Μετάφραση του "balk" σε Ελληνικά

Οι σταματώ, παρεμποδίζω, εμπόδιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "balk" σε Ελληνικά.

balk verb noun γραμματική

ridge, an unplowed strip of land. (One use is to walk on it.) [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σταματώ

    verb

    Look, if the guy balks, then we walk.

    Κοίτα, όταν ο τύπος σταματήσει, τότε περπατάμε.

  • παρεμποδίζω

    verb
  • εμπόδιο

    noun neuter

    But the human mind balked at the idea

    Αλλά το ανθρώπινο μυαλό στεκόταν εμπόδιο στην ιδέα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διστάζω
    • To refuse to go along with
    • κλοτσάω
    • κοντοστέκομαι
    • ματαιώνω
    • ορρωδώ
    • τσινάω
    • αντιστέκομαι
    • αγνοώ
    • κάνω κόνξες
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " balk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "balk"

Φράσεις παρόμοιες με "balk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δειλιάζω μπροστά σε
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "balk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη